1/45
Κάρτες λεξιλογίου Γερμανικών επιπέδου B1/B2 με ελληνικές μεταφράσεις και παραδείγματα προτάσεων.
Name | Mastery | Learn | Test | Matching | Spaced | Call with Kai | Chat |
|---|
No analytics yet
Send a link to your students to track their progress
abschließen (schloss ab, hat abgeschlossen)
ολοκληρώνω / συνάπτω - Παράδειγμα: Ich habe mein Studium erfolgreich abgeschlossen. (Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου με επιτυχία.)
absolvieren (absolvierte, hat absolviert)
ολοκληρώνω / αποφοιτώ - Παράδειγμα: Sie hat ein Praktikum im Krankenhaus absolviert. (Ολοκλήρωσε μια πρακτική άσκηση στο νοσοκομείο.)
beherrschen (beherrschte, hat beherrscht)
κατέχω / κυριαρχώ / χειρίζομαι άπταιστα - Παράδειγμα: Er beherrscht die deutsche Sprache sehr gut. (Κατέχει πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα.)
verfügen über (+ Akk.) (verfügte, hat verfügt)
διαθέτω / διαθέτω στις διαταγές μου - Παράδειγμα: Die Klinik verfügt über moderne Geräte. (Η κλινική διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό.)
unterschreiben (unterschrieb, hat unterschrieben)
υπογράφω - Παράδειγμα: Bitte unterschreiben Sie den Vertrag hier. (Παρακαλώ υπογράψτε τη σύμβαση εδώ.)
verfassen (verfasste, hat verfasst)
συγγράφω / γράφω - Παράδειγμα: Der Arzt verfasste einen ausführlichen Bericht. (Ο γιατρός συνέταξε μια λεπτομερή αναφορά.)
unterbrechen (unterbrach, hat unterbrochen)
διακόπτω - Παράδειγμα: Entschuldigung, dass ich Sie unterbreche. (Συγγνώμη που σας διακόπτω.)
beheben (behob, hat behoben)
διορθώνω / αποκαθιστώ / εξαλείφω - Παράδειγμα: Wir müssen das Problem schnell beheben. (Πρέπει να αποκαταστήσουμε το πρόβλημα γρήγορα.)
vermitteln (vermittelte, hat vermittelt)
μεταδίδω / μεσολαβώ - Παράδειγμα: Der Lehrer vermittelt den Stoff sehr verständlich. (Ο καθηγητής μεταδίδει την ύλη πολύ κατανοητά.)
vereinfachen (vereinfachte, hat vereinfacht)
απλοποιώ - Παράδειγμα: Das neue System vereinfacht die Arbeit. (Το νέο σύστημα απλοποιεί τη δουλειά.)
durchführen (führte durch, hat durchgeführt)
διεξάγω / πραγματοποιώ - Παράδειγμα: Der Arzt führt die Untersuchung durch. (Ο γιατρός διεξάγει την εξέταση.)
Ich stehe Ihnen zur Verfügung.
Είμαι στη διάθεσή σας. - Παράδειγμα: Für Fragen stehe ich Ihnen gerne zur Verfügung. (Για ερωτήσεις είμαι ευχαρίστως στη διάθεσή σας.)
Ich bewerbe mich um die ausgeschriebene Stelle.
Υποβάλλω αίτηση για την προκηρυγμένη θέση.
Ich bewerbe mich um die ausgeschriebene Stelle als Assistenzarzt.
Υποβάλλω αίτηση για την προκηρυγμένη θέση ειδικευόμενου ιατρού.
die Aussicht auf eine verantwortungsvolle Position
η προοπτική μιας θέσης με ευθύνη - Παράδειγμα: Er hat gute Aussichten auf eine verantwortungsvolle Position. (Έχει καλές προοπτικές για μια θέση με ευθύνη.)
gelingen (gelang, ist gelungen)
πετυχαίνω - Παράδειγμα: Das Experiment ist ihm gut gelungen. (Το πείραμα του πέτυχε πολύ καλά.)
schaffen (schaffte, hat geschafft)
καταφέρνω / δημιουργώ - Παράδειγμα: Wir haben die Prüfung geschafft! (Καταφέραμε να περάσουμε τις εξετάσεις!)
reformieren (reformierte, hat reformiert)
μεταρρυθμίζω - Παράδειγμα: Das Gesundheitssystem wurde reformiert. (Το σύστημα υγείας μεταρρυθμίστηκε.)
treten (tritt, trat, ist getreten) (in den Vordergrund treten)
πατώ / έρχομαι στο προσκήνιο - Παράδειγμα: Das Thema tritt nun in den Vordergrund. (Το θέμα αυτό έρχεται τώρα στο προσκήνιο.)
begegnen (+ Dat.) (begegnete, ist begegnet)
συναντώ (τυχαία) - Παράδειγμα: Ich bin ihm gestern auf der Straße begegnet. (Τον συνάντησα χθες στον δρόμο.)
erhalten (erhält, erhielt, hat erhalten)
λαμβάνω / παίρνω - Παράδειγμα: Sie hat ein gutes Zeugnis erhalten. (Έλαβε ένα καλό πιστοποιητικό/έλεγχο.)
promovieren (promovierte, hat promoviert)
αναγορεύομαι διδάκτορας - Παράδειγμα: Er hat an der Universität Berlin promoviert. (Πήρε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.)
erforschen (erforschte, hat erforscht)
ερευνώ / εξερευνώ - Παράδειγμα: Wissenschaftler erforschen neue Therapien. (Επιστήμονες ερευνούν νέες θεραπείες.)
erläutern (erläuterte, hat erläutert)
εξηγώ / διευκρινίζω - Παράδειγμα: Können Sie diesen Begriff bitte erläutern? (Μπορείτε παρακαλώ να εξηγήσετε αυτόν τον όρο;)
gestalten (gestaltete, hat gestaltet)
διαμορφώνω / σχεδιάζω - Παράδειγμα: Sie gestaltet den Unterricht sehr interessant. (Διαμορφώνει το μάθημα πολύ ενδιαφέρον.)
bemerken (bemerkte, hat bemerkt)
παρατηρώ / αντιλαμβάνομαι - Παράδειγμα: Ich habe den Fehler sofort bemerkt. (Παρατήρησα το λάθος αμέσως.)
erziehen (erzog, hat erzogen)
ανατρέφω / διαπαιδαγωγώ - Παράδειγμα: Eltern erziehen ihre Kinder mit Liebe. (Οι γονείς ανατρέφουν τα παιδιά τους με αγάπη.)
verbringen (verbrachte, hat verbracht)
περνώ (χρόνο) - Παράδειγμα: Ich verbringe viel Zeit beim Lernen. (Περνάω πολύ χρόνο μελετώντας.)
übernehmen (übernimmt, übernahm, hat übernommen)
αναλαμβάνω - Παράδειγμα: Er hat die Vertretung übernommen. (Ανέλαβε την αναπλήρωση.)
sterben (stirbt, starb, ist gestorben)
πεθαίνω - Παράδειγμα: Der Patient ist schmerzfrei gestorben. (Ο ασθενής απεβίωσε χωρίς πόνους.)
folgen (+ Dat.) (folgte, ist gefolgt)
ακολουθώ - Παράδειγμα: Bitte folgen Sie mir zum Behandlungsraum. (Παρακαλώ ακολουθήστε με στην αίθουσα εξέτασης.)
heiraten (heiratete, hat gehiratet)
παντρεύομαι - Παράδειγμα: Sie haben letztes Jahr geheiratet. (Παντρεύτηκαν πέρυσι.)
anlegen (legte an, hat angelegt)
δημιουργώ / φτιάχνω (αρχείο/αποθήκη) - Παράδειγμα: Wir müssen eine neue Akte anlegen. (Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν νέο φάκελο.)
errichten (errichtete, hat errichtet)
ιδρύω / ανεγείρω - Παράδειγμα: Die Stadt hat ein neues Krankenhaus errichtet. (Η πόλη ανέγειρε ένα νέο νοσοκομείο.)
der Schriftsteller, -
ο συγγραφέας - Παράδειγμα: Der Schriftsteller schreibt ein neues Buch. (Ο συγγραφέας γράφει ένα νέο βιβλίο.)
die Vorlesung, -en
η πανεπιστημιακή διάλεξη - Παράδειγμα: Die Vorlesung beginnt um 10 Uhr. (Η διάλεξη αρχίζει στις 10 η ώρα.)
das Engagement, -s
η δέσμευση / κοινωνική προσφορά - Παράδειγμα: Ihr soziales Engagement ist sehr groß. (Η κοινωνική της προσφορά είναι πολύ μεγάλη.)
die Besprechung, -en
η σύσκεψη / επαγγελματική συνάντηση - Παράδειγμα: Wir haben heute eine wichtige Besprechung. (Έχουμε σήμερα μια σημαντική σύσκεψη.)
ehrenamtlich
εθελοντικός / εθελοντικά - Παράδειγμα: Er arbeitet ehrenamtlich im Verein. (Εργάζεται εθελοντικά στον σύλλογο.)
zuverlässig
αξιόπιστος - Παράδειγμα: Er ist ein sehr zuverlässiger Kollege. (Είναι ένας πολύ αξιόπιστος συνάδελφος.)
fleißig
επιμελής / εργατικός - Παράδειγμα: Die Studentin ist sehr fleißig. (Η φοιτήτρια είναι πολύ επιμελής.)
überzeugend
πειστικός - Παράδειγμα: Ihre Präsentation war sehr überzeugend. (Η παρουσίασή της ήταν πολύ πειστική.)
unvollständig
ελλιπής / ημιτελής - Παράδειγμα: Die Unterlagen sind noch unvollständig. (Τα δικαιολογητικά είναι ακόμα ελλιπή.)
anspruchsvoll
απαιτητικός - Παράδειγμα: Das Medizinstudium ist sehr anspruchsvoll. (Οι σπουδές ιατρικής είναι πολύ απαιτητικές.)
übersichtlich
ευκρινής / καλοστημένος - Παράδειγμα: Der Lebenslauf ist sehr übersichtlich. (Το βιογραφικό είναι πολύ καλοστημένο/ ευκρινές.)
abwechslungsreich
ποικιλόμορφος / γεμάτος εναλλαγές - Παράδειγμα: Die Arbeit im Krankenhaus ist abwechslungsreich. (Η εργασία στο νοσοκομείο έχει μεγάλη ποικιλία.)