1/101
Looks like no tags are added yet.
Name | Mastery | Learn | Test | Matching | Spaced | Call with Kai | Chat |
|---|
No analytics yet
Send a link to your students to track their progress
I do wrong, sin
ἁμαρτανω, ἡμαρτον
I die
ἀποθνῃσκω, ἀπεθανον
I become, happen
γινομαι, ἐγενομην
I arrive, standby
παραγινομαι, παρεγενομην
I eat
ἐσθιω, ἐφαγον
I find
εὑρικω, εὑρον
I leave (behind)
καταλειπω, κατελιπον
I learn
μανθανω, ἐμαθον
I see
ὁραω, εἰδον
I suffer
πασχω, ἐπαθον
I drink
πινω, ἐπιον
I fall (down)/ throw, pitch
πιπτω, ἐπεσον
I bear, carry
φερω, ἠνεγκον
I bring to, offer
προσφερω, προσηνεγκον
I flee
φευγω, ἐφυγον
Aor. Act. Ind. 1sg of βαλλω
ἐβαλον
Aor. Act. Ind. 2sg of βαλλω
ἐβαλες
Aor. Act. Ind. 3sg of βαλλω
ἐβαλεν
Aor. Act. Ind. 1pl of βαλλω
ἐβαλομεν
Aor. Act. Ind. 2pl of βαλλω
ἐβαλετε
Aor. Act. Ind. 3pl of βαλλω
ἐβαλον
Aor. Act. Impv. 2sg. of βαλλω
βαλε
Aor. Act. Impv. 2pl of βαλλω
βαλετε
Aor. Act. Inf. of βαλλω
βαλειν
Aor. Act. pt. sg. of βαλλω
βαλων
Aor. Act. pt. pl. of βαλλω
βαλοντες
Aor. Act. Ind. 1sg of γινωσκω
ἐγνων
Aor. Act. Ind. 2sg of γινωσκω
ἐγνως
Aor. Act. Ind. 3sg of γινωσκω
ἐγνω
Aor. Act. Ind. 1pl of γινωσκω
ἐγνωμεν
Aor. Act. Ind. 2pl of γινωσκω
ἐγνωτε
Aor. Act. Ind. 3pl of γινωσκω
ἐγνωσαν
Aor. Act. Impv. 2sg of γινωσκω
γνω
Aor. Act. Impv. 2pl of γινωσκω
γνωτε
Aor. Act. Inf. of γινωσκω
γνωναι
Aor. Act. pt. sg. of γινωσκω
γνους
Aor. Act. pt. pl. of γινωσκω
γνοντες
Aor. Act. Ind. 1sg. of καταβαινω
κατεβην
Aor. Act. Ind. 2sg. of καταβαινω
κατεβης
Aor. Act. Ind. 3sg. of καταβαινω
κατεβη
Aor. Act. Ind. 1pl. of καταβαινω
κατεβημεν
Aor. Act. Ind. 2pl. of καταβαινω
κατεβητε
Aor. Act. Ind. 3pl. of καταβαινω
κατεβησαν
Aor. Act. Impv. 2sg. of καταβαινω
καταβηθι
Aor. Act. Impv. 2pl. of καταβαινω
καταβητε
Aor. Act. Inf. of καταβαινω
καταβηναι
Aor. Act. pt. sg. of καταβαινω
καταβας
Aor. Act. pt. pl. of καταβαινω
καταβαντες
I know
γινωσκω, ἐγνων
I go down
καταβαινω, κατεβην
I come
ἐρχομαι, ἠλθον
I lead
ἀγω, ἠγαγον
I have
ἐχω, ἐσχον
I say
λεγω, εἰπον
I take
λαμβανω, ἐλαβον
I go up
ἀναβαινω, ἀνεβην
I read
ἀναγινωσκω, ἀνεγνων
I recognize
ἐπιγινωσκω, ἐπεγνων
Look! Behold !
ἰδου
Liquid Verbs have stems ending with
λ, μ, ν, ρ
I report, announce
ἀπαγγελλω, ἠπαγγειλα
I order + Dat.
παραγγελλω, παρεγγειλα
I take (away), lift up
αἰρω, ῄρα
I kill
ἀποκτεινω, ἀπεκτεινα
I send (out)
ἀποστελλω, ἀπεστειλα
I raise up, wake
ἐγειρω, ἠγειρα
I judge, decide
κρινω, ἐκρινα
I remain
μενω, ἐμεινα
I owe
ὀφειλω, ὠφειλα
I sow
σπειρω, ἐσπειρα
I rejoice (rarely in aorist tense)
χαιρω
man (male), husband
ἀνηρ, ἀνδρος, ὁ
star
ἀστηρ, ἀστερος, ὁ
savior
σωτηρ, σωτηρος, ὁ
age (long time)
αἰων, αἰωνος, ὁ
ruler, leader
ἀρχων, ἀρχοντος, ὁ
Simon
Σιμων, Σιμωνος, ὁ
woman, wife
γυνη, γυναικος, ἡ
hope
ἐλπις, ἐλπιδος, ἡ
flesh
σαρξ, σαρκος, ἡ
grace
χαρις, χαριτος, ἡ
hand
χειρ, χειρος, ἡ
foot
πους, ποδος, ὁ
daughter
θυγατηρ, θυγατρος, ἡ
mother
μητηρ, μητρος, ἡ
father, ancestor
πατηρ, πατρος, ὁ
fire
πυρ, πυρος, το
water
ὑδωρ, ὑδατος, το
light
φως, φωτος, το
blood
αἱμα, αἱματος, το
will
θελημα, θεληματος, το
name
ὀνομα, ὀνοματος, το
spirit, wind
πνευμα, πνευματος, το
word, saying
ῥημα, ῥηματος, το
mouth
στομα, στοματος, το
body
σωμα, σωματος, το
Night
νυξ, νυκτος, ἡ
Larger, greater
μειζων, μειζονος
more
πλειων, πλειονος
someone, something
τις, τινος