Ancient Greek verbs

0.0(0)
Studied by 0 people
call kaiCall Kai
learnLearn
examPractice Test
spaced repetitionSpaced Repetition
heart puzzleMatch
flashcardsFlashcards
GameKnowt Play
Card Sorting

1/132

encourage image

There's no tags or description

Looks like no tags are added yet.

Last updated 3:42 PM on 5/10/26
Name
Mastery
Learn
Test
Matching
Spaced
Call with Kai

No analytics yet

Send a link to your students to track their progress

133 Terms

1
New cards

ἀγγέλλω

‘announce’

VS: ἀγγειλ-

ft: ἀγγελέω

aor: ἤγγειλα

pf: ἤγγελκα

AP: ἠγγέλθην

2
New cards

ἄγω

‘lead’

VS: ἀγαγ-

ft: ἄξω

aor: ἤγαγον

pf: ἦχα

AP: ἤχθην

3
New cards

ᾄδω (ἀείδω)

‘sing’

VS: ᾀσ-/ἀεισ-

ft: ᾄσομαι

aor: ᾖσα

pf: n/a

AP: ᾔσθην

4
New cards

αἰνέω

‘praise’

VS: αἰνεσ-

ft: αἰνέσω

aor: ᾔνεσα

pf: ᾔνεκα

AP: ᾐνέθην

5
New cards

αἱρέω

‘take’ (mid. ‘choose’)

VS: ἑλ-

ft: αἱρήσω

aor: εἷλον

pf: ᾕρηκα

AP: ᾑρέθην

6
New cards

αἴρω (ἀείρω)

‘lift, remove’

VS: ἀρ-/ἀειρ-

ft: ᾱ ̓ρέω

aor: ἦρα

pf: ἦρκα

AP: ἤρθην

7
New cards

αἰσθάνομαι

‘perceive’

VS: αἰσθ-

ft: αἰσθήσομαι

aor: ᾐσθόμην

pf: ᾔσθημαι

8
New cards

αἰσχῡ ́νω

‘disgrace’ (pass. ‘be ashamed’)

VS: αἰσχυν(θ)-

ft: αἰσχυνέω (ἀισχυνέομαι (pass.))

aor: ᾔσχυνᾱ

AP: ᾐσχύνθην

9
New cards

ἀκούω

‘hear’

VS: ἀκουσ-

ft: ἀκούσομαι

aor: ἤκουσα

pf: ἀκήκοα

AP: ἠκούσθην

10
New cards

ἁλίσκομαι

‘be caught’

VS: ἁλ-

ft: ἁλώσομαι

aor: ἑάλων

pf: ἑάλωκα

11
New cards

ἀλλάττω

‘change, exchange’

VS: ἀλλαξ-

ft: ἀλλάξω

aor: ἤλλαξα

pf: ἤλλαχα

AP: ἠλλάχθην or ἠλλάγην

12
New cards

ἁμαρτάνω

‘err, miss’

VS: ἁμαρτ-

ft: ἁμαρτήσομαι

aor: ἥμαρτον

pf: ἡμάρτηκα

AP: ἡμαρτήθην

13
New cards

ἀμῡ ́νω

‘ward off’ (mid. ‘defend oneself)

VS: ἀμυν-

ft: ἀμυνέω

aor: ἤμυνᾱ

14
New cards

ἀνᾱλίσκω

‘spend’

VS: ἀνᾱλωσ-

ft: ἀναλώσω

aor: ἀνᾱ ́λωσα or ἀνήλωσα

pf: ἀνᾱ ́λωκα or ἀνήλωκα

AP: ἀναλ̄ ώθην or ἀνήλώθην

15
New cards

ἀνέχομαι

‘put up with’

VS: ἀνασχ-

ft: ἀνέξομαι

aor: ἠνεσχόμην

16
New cards

ἀνοίγνυμι

‘open’

VS: ἀνοιξ-

ft: ἀνοίξω

aor: ἀνέῳξα

pf: ἀνέῳγμαι (pass.)

AP: ἀνεῴχθην

17
New cards

ἅπτω

‘fasten, light’ (mid. ‘touch’)

VS": ἁψ-/ἁφθ-

ft: ἅψω

aor: ἥψα

pf: ἧμμαι (mid.,pass.)

AP: ἥφθην

18
New cards

ἀρέσκω

‘please’

VS: ἀρεσ(θ)-

ft: ἀρέσω

aor: ἤρεσα

AP: ἠρέσθην

19
New cards

ἁρπάζω

‘seize’

VS: ἁρπασ-

ft: ἁρπάσω

aor: ἥρπασα

pf: ἥρπηκα

AP: ἡρπάσθην

20
New cards

ἄρχω

‘rule’, ‘begin’ (usu. mid.)

VS: ἀρχ-/ἀρξ-

ft: ἄρξω

aor: ἦρξα

pf: ἦργμαι (mid.)

AP: ἤρχθην

21
New cards

ἀφικνέομαι

‘arrive’

VS: ἀφικ-

ft: ἀφίξομαι

aor: ἀφικόμην

pf: ἀφῖγμαι

22
New cards

βαίνω

‘go’

VS: βη-/βα-

ft: βήσομαι

aor: ἔβην

pf: βέβηκα

23
New cards

βάλλω

‘throw, pelt’

VS: βαλ-/βληθ-

ft: βαλέω

aor: ἔβαλον

pf: βέβληκα

AP: ἐβλήθην

24
New cards

βλάπτω

‘harm’

VS: βλάψ-/βλαβ-

ft: βλάψω

aor: ἔβλαψα

pf: βέβλαφα

AP: ἐβλάβην or ἐβλάφθην

25
New cards

βούλομαι

‘wish’

VS: βουλ-/βουληθ-

ft: βουλήσομαι

pf: βεβούλημαι

AP: ἐβουλήθην (‘I wished’)

26
New cards

γαμέω

‘marry’

VS: γημ-

ft: γαμέω

aor: ἔγημα

pf: γεγάμηκα

27
New cards

γελάω

‘laugh’

VS: γελασ-

ft: γελάσομαι

aor: ἐγέλασα

AP: ἐγελάσθην

28
New cards

γίγνομαι

‘become’

VS: γεν-

ft: γενήσομαι

aor: ἐγενόμην

pf: γεγένημαι or γέγονα

29
New cards

γιγνώσκω

‘recognise’

VS: γνο-/γνω

ft: γνώσομαι

aor: ἔγνων

pf: ἔγνωκα

AP: ἐγνώσθην

30
New cards

γράφω

‘write’

VS: γραψ-

ft: γράψω

aor: ἔγραψα

pf: γέγραφα

AP: ἐγράφην

31
New cards

δάκνω

‘bite’

VS: δακ-/δηχθ-

ft: δήξομαι

aor: ἔδακον

pf: δέδηγμαι (pass.)

AP: ἐδήχθην

32
New cards

δέδοικα

‘fear’

VS: δεισ-/δεδοικ-/δειδ-

ft: δείσομαι

aor: ἔδεισα

33
New cards

δείκνῡμι

‘show’

VS: δειξ-

ft: δείξω

aor: ἔδειξα

pf: δέδειχα

AP: ἐδείχθην

34
New cards

δέχομαι

‘receive’

VS: δεξ-/δεγ-

ft: δέξομαι

aor: ἐδεξάμην

pf: δέδεγμαι

AP: ἐδέχθην

35
New cards

δέω

‘want, need’ (mid. ‘ask’; δεῖ ‘it is necessary’)

VS: δεησ-

ft: δεήσω

aor: ἐδέησα

pf: δεδέηκα

AP: ἐδεήθην (mid.)

36
New cards

διδάσκω

‘teach’

VS: διδαξ-

ft: διδάξω

aor: ἐδίδαξα

pf: δεδίδαχα

AP: ἐδιδάχθην

37
New cards

δίδωμι

‘give’

VS: διδο-/δο-

ft: δώσω

aor: ἔδωκα, ἐδóμην (mid.)

pf: δέδωκα

AP: ἐδóθην

38
New cards

δράω

‘do, act’

VS: δρασ-

ft: δράσω

aor: ἔδρασα

pf: δέδρα ̄κα

AP: ἐδράσθην

39
New cards

δύναμαι

‘be able’

VS: δυνα-/δυνηθ-

ft: δυνήσομαι

pf: δεδύνημαι

AP: ἐδυνήθην (‘I was able’)

40
New cards

ἐάω

‘allow’

VS: ἐᾱσ-

ft: ἐάσω

aor: ἐίασα

pf: ἐίακα

AP: εἰαθην

41
New cards

ἐγείρω

‘arouse’

VS: ἐγειρ-

ft: ἐγερέω

aor: ἠ΄γειρα

pf: ἐγρήγορα (‘I am awake’)

AP: ἠγέρθην

42
New cards

ἐθέλω

‘wish’

VS: ἐθελησ-

ft: ἐθελήσω

aor: ἠθέλησα

pf: ἠθέληκα

43
New cards

εἰμί

‘be’

VS: ὀντ-/εἰ-

ft: ἒσομαι

impf: ἦ(ν)

44
New cards

εἶμι

‘shall go’

VS: ἰ-

ft: εἶμι

impf: ἦ(ῃ)α

45
New cards

ἐκπλήττω

‘terrify’

VS: ἐκπληξ-

ft: ἐκπλήξω

aor: ἐξέπληξα

pf: ἐκπέπληγμαι (pass.)

AP: ἐξεπλάγην

46
New cards

ἐλαύνω

‘drive’

VS: ἐλασ-/ἐλα-

ft: ἐλάω

aor: ἢλασα

pf: ἐλήλακα

AP: ἠλάθην

47
New cards

ἓλκω

‘drag’

VS: ἐλκθσ-

ft: ἓλξω or ἑλκύσω

aor: εἳλκυσα

pf: εἳλκυκα

AP: εἱλκύσθην

48
New cards

ἐλπίζω

‘hope, expect’

VS: ἐλπισ-

ft: ἐλπιέω

aor: ἢλπισα

49
New cards

ἐπίσταμαι

‘know, understand’

VS: ἐπιστα-/η-

ft: ἐπιστήσομαι

AP: ἠπιστήθην (‘I knew’)

50
New cards

ἓπομαι

‘follow’

VS: σπ-

ft: ἒψομαι

aor: ἑσπόμην

impf: εἱπόμην

51
New cards

ἐργάζομαι

‘work’ (pass, ‘be made’)

VS: ἐργασ-

ft: ἐργάσομαι

aor: εἰργασάμην

pf: εἲργασμαι

AP: εἰργάσθην

52
New cards

ἒρχομαι

‘go’

VS: ἐλθ-

ft: ἐλεύσομαι / εἶμι

aor: ἦλθον

pf: ἐλήλυθα

53
New cards

ἐρωτάω

‘ask’

VS: ἐρ-/ἐρωτησ-

ft: ἐρήσομαι / ἐρωτήσω

aor: ἠρόμην / ἠρώτησα

pf: ἠρώτηκα

AP: ἠρωτήθην

54
New cards

ἐσθίω

‘eat’

VS: ἐδ-/φαγ-

ft: ἒδομαι

aor: ἒφαγον

pf: ἐδήδοκα

AP: ἠδέσθην

55
New cards

εὑρίσκω

‘find’

VS: εὑρ-

ft: εὑρήσω

aor: ηὗρον

pf: ηὓρηκα

AP: ηὑρέθην

56
New cards

ἒχω

‘have, hold’

VS: σχ-

ft: ἓξω / σχήσω

aor: ἒσχον (impf: εἶχον)

pf: ἒσχηκα

AP: ἐσχέθην

57
New cards

ζάω

‘live’

VS: ζήσ-/ζω-

ft: ζήσω

impf: ἒζων / ἒζην

58
New cards

ἣδομαι

‘be pleased, enjoy’

VS: ἡσθ-

ft: ἡσθήσομαι

AP: ἣσθην (‘I enjoyed’)

59
New cards

ἧμαι (καθ-)

‘be seated’

VS: ἡμ-

impf: ἣμην / ἐκαθήμην

60
New cards

ἠυί

‘say’

aor: ἦν δ’ ἐγώ (‘I said’)

aor: ἦ δ’ ὅς, ἦ (‘(s)he said’)

61
New cards

θάπτω

‘bury’

VS: θαψ-

ft: θάψω

aor: ἔθαψα

pf: τέθαμμαι (pass.)

AP: ἐτάφην

62
New cards

θνῄσκω (ἀπο-)

‘die’

VS: θαν-

ft: θανέομαι

aor: ἔθανον

pf: τέθνηκα

63
New cards

ῑ ̔́ημι

‘shoot, let go, send’

VS: ῑ ̔ε-/ἑ-/εἱ-

ft: ἥσω

aor: ἧκα

pf: εἷκα

AP: εἵθην

64
New cards

ἵστημι

‘set up’ (intrans. ‘stand’)

VS: στησ-/στα-/ στη

ft: στήσω

aor: ἔστησα / ἔστην (intrans.)

pf: ἕστηκα (intrans.)

AP: ἐστάθην

65
New cards

καίω

‘burn’

VS: καυσ-

ft: καύσω

aor: ἔκαυσα

pf: κέκαυκα

AP: ἐκαύθην

66
New cards

καλέω

‘call’

VS: καλεσ-/κληθ-

ft: καλέω

aor: ἐκάλεσα

pf: κέκληκα

AP: ἐκλήθην

67
New cards

κάμνω

‘toil’

VS: καμ-

ft: καμέoμαι

aor: ἔκαμoν

pf: κέκμηκα

68
New cards

κεῖμαι

‘lie, be placed’

VS: κει-

ft: κείσoμαι

impf: ἐκείμην

69
New cards

κλαίω

‘weep’

VS: κλαυσ-

ft: κλαύσoμαι

aor: ἔκλαυσα

pf: κέκλαυ(σ)μαι (pass.)

AP: ἐκλαύσθην

70
New cards

κλέπτω

‘steal’

VS: κλεψ-

ft: κλέψω

aor: ἔκλεψα

pf: κέκλoφα

AP: ἐκλάπην

71
New cards

κλῑ ́νω

‘cause to lean’ (pass. ‘lean, lie’)

VS: κλῑν-/κλιθ-

ft: κλινέω

aor: ἔκλῑνα

pf: κέκλιμαι

AP: ἐκλίθην / ἐκλίνην

72
New cards

κóπτω

‘hit’

VS: κoψ-/κoπ-

ft: κόψω

aor: ἔκoψα

pf: κέκoφα

AP: ἐκóπην

73
New cards

κρῑ ́νω

‘judge’

VS: κρῑν(α)-/κριθ-

ft: κρινέω

aor: ἔκρῑνα

pf: κέκρικα

AP: ἐκρίθην

74
New cards

κτάoμαι

‘gain’

VS: κτη-

ft: κτήσoμαι

aor: ἐκτησάμην

pf: κέκτημαι

AP: ἐκτήθην

75
New cards

κτείνω (ἀπo-)

‘kill’

VS: (ἀπo)κτειν-/κταν-

ft: (ἀπo)κτενέω

aor: (ἀπ)έκτεινα / (ἀπ)έκτανoν

pf: (ἀπ)έκτoνα

76
New cards

λαγχάνω

‘obtain by lot’

VS: λαχ-

ft: λήξoμαι

aor: ἔλαχoν

pf: εἴληχα

AP: ἐλήχθην

77
New cards

λαμβάνω

‘take’

VS: λαβ-/ληβ-

ft: λήψoμαι

aor: ἔλαβoν

pf: εἴληφα

AP: ἐλήφθην

78
New cards

λανθάνω

‘escape notice of’ (mid. ‘forget’)

VS: λαθ-

ft: λήσω

aor: ἔλαθoν

pf: λέληθα

79
New cards

λέγω

‘say’

VS: λεξ-/εἰπ-/ἐρ-

ft: λέξω / ἐρέω

aor: ἔλεξα / εἶπoν

pf: εἴρηκα

AP: ἐλέχθην

80
New cards

λείπω

‘leave’

VS: λιπ-/λειπ-

ft: λείψω

aor: ἔλιπoν

pf: λέλoιπα ‘I have left/have failed’

AP: ἐλείφθην

81
New cards

μανθάνω

‘learn’

VS: μαθ-

ft: μαθήσoμαι

aor: ἔμαθoν

pf: μεμάθηκα

82
New cards

μάχομαι

‘fight’

VS: μαχεσ-

ft: μαχέ(σ)oμαι

aor: ἐμαχεσάμην

pf: μεμάχημαι

83
New cards

μέλλω

‘intend’

VS: μελλ(ησ)-

ft: μελλήσω

aor: ἐμέλλησα

84
New cards

μέλει

‘it concerns’

VS: μελησ-

ft: μελήσει

aor: ἐμέλησε

pf: μεμέληκε

85
New cards

μένω

‘remain’

VS: μειν-

ft: μενέω

aor: ἔμεινα

pf: μεμένηκα

86
New cards

μιμνήσκω

‘remind’ (mid. ‘remember’)

VS: μνησ(θ)-

ft: μνήσoμαι

aor: ἔμνησα

pf: μέμνημαι (mid.)

AP: ἐμνήσθην (mid.)

87
New cards

νέμω

‘distribute’

VS: νειμ-

ft: νεμέω

aor: ἔνειμα

pf: νενέμηκα

AP: ἐνεμήθην

88
New cards

νομίζω

‘think, consider’

VS: νομισ-

ft: νoμιέω

aor: ἐνóμισα

pf: νενóμικα

AP: ἐνoμίσθην

89
New cards

οἶδα (from ὁράω)

‘know’

VS: εἰδ-

ft: εἴσομαι

impf: ᾔδη

90
New cards

οἴομαι

‘think’

VS: οἰη-

ft: οἰήσομαι

impf: ᾤμην

AP: ᾠήθην (‘I thought’)

91
New cards

ὄλλῡμι (ἀπ-)

‘destroy’ (mid. ‘perish’)

VS: ὀλεσ-/ὀλο-

ft: ὀλέω

aor: ὤλεσα / ὠλόμην (mid.)

pf: ὀλώλεκα / ὄλωλα (mid.)

92
New cards

ὄμνῡμι

‘swear’

VS: ὀμοσ-

ft: ὀμέομαι

aor: ὤμοσα

pf: ὀμώμοκα

AP: ὠμό(σ)θην

93
New cards

ὁράω

‘see’

VS: ἰδ-

ft: ὄψομαι

aor: εἶδον

pf: ἑώρακα

AP: ὤφθην

94
New cards

ὄρνυμι

‘raise’ (mid. ‘rise, rush’)

VS: ὀρσ-/ὀρμ-

ft: ὄρσω

aor: ὦρσα / ὠρόμην (mid.)

pf: ὄρωρα (mid.)

95
New cards

ὀφείλω

‘owe’

VS: ὀφε(ι)λ-

ft: ὀφειλήσω

aor: ὠφείλησα / ὤφελον (‘would that’)

96
New cards

ὀφλισκάνω

‘incur charge of

VS: ὀφλ-

ft: ὀφλήσω

aor: ὦφλον

pf: ὤφληκα

97
New cards

πάσχω

‘experience, suffer’

VS: παθ-

ft: πείσομαι

aor: ἔπαθον

pf: πέπονθα

98
New cards

πέμπω

‘send’

VS: πεμψ-

ft: πέμψω

aor: ἔπεμψα

pf: πέπομφα

AP: ἐπέμφθην

99
New cards

πῑ ́νω

‘drink’

VS: πι-

ft: πῑ ́ομαι

aor: ἔπιον

pf: πέπωκα

AP: ἐπόθην

100
New cards

πῑ ́πτω

‘fall’

VS: πεσ-

ft: πεσέομαι

aor: ἔπεσον

pf: πέπτωκα