1/29
Looks like no tags are added yet.
Name | Mastery | Learn | Test | Matching | Spaced | Call with Kai |
|---|
No analytics yet
Send a link to your students to track their progress
πρόσωπον
face, appearance
κεφαλή
head
στόμα
mouth
αἷμα
blood
πούς
foot
οὖς
ear
ὀφθαλμός
eye, sight
χείρ
hand, arm, finger
ἀνοίγω
I open (ἀνοίξω, ἀνέῳξα, ἀνέῳχα, ἀνέῳγμαι, ἀνεῴχθην)
φαίνω
I shine; passive: I appear (φανῶ, ἔφηνα, πέφαγκα, πέφασμαι, ἐφάνην)
πίπτω
I fall (πεσοῦμαι, ἔπεσον / ἔπεσα, πέπτωκα, —, —)
σπείρω
I sow (σπερῶ, ἔσπειρα, —, ἔσπαρμαι, ἐσπάρην)
ἀναβαίνω
I go up, come up (ἀναβήσομαι, ἀνέβην, ἀναβέβηκα, —, —)
καταβαίνω
I go down, come down (καταβήσομαι, κατέβην, καταβέβηκα, —, —)
ἐργάζομαι
I work, do (deponent) (ἐργάσομαι, ἠργασάμην, —, εἴργασμαι, —)
ἄρχομαι
I begin (ἄρξομαι, ἠρξάμην, —, —, —); middle deponent; also ἄρχω = I rule (non-deponent usage)
ὑπάρχω
I am, exist (—, —, —, —, —); can take predicate nominative; τὰ ὑπάρχοντα = possessions
ἀρχή
beginning, ruler (55; *ἀρχή)
ἄχρι
until, as far as; preposition/conjunction (49)
φυλάσσω
I guard, observe (φυλάξω, ἐφύλαξα, —, —, —)
ἀσπάζομαι
I greet, salute (—, ἠσπασάμην, —, —, —)
ἅγιος
holy; saints (2-1-2 adjective pattern)
ἁγιάζω
I consecrate, sanctify (ἁγιάσω, ἡγίασα, ἡγίακα, ἡγίασμαι, ἡγιάσθην)
ἀπαγγέλλω
I report, tell (ἀπαγγελῶ, ἀπήγγειλα, —, —, ἀπηγγέλην)
παραγγέλλω
I command (παραγγελῶ, παρήγγειλα, —, παραγγέλμαι, —)
ἐπαγγελία
promise (52; *ἐπαγγελία)
γραμματεύς
scribe (63; *γραμματεῦς)
συνείδησις
conscience (30; n-3e(5b))
βασιλεύς
king (115; *βασιλεύς)
βασιλεία
kingdom (162; *βασιλεία)