intermediate geek vocab

Verbs

  1. ἀδικέω – to do wrong, injure (συκοφαντέω, βλάπτω)

  2. αἱρέω – to take, choose (λαμβάνω, κρίνομαι)

  3. ἀκούω – to hear, listen (ἐπακούω, ἐπαίω)

  4. ἀποκρίνομαι – to answer (ὑποκρίνομαι, λέγω)

  5. ἀποθνῄσκω – to die (θνῄσκω, τελευτάω)

  6. ἀπολογέομαι – to defend oneself (ἀμύνομαι, δικαιολογέομαι)

  7. βούλομαι – to wish, want (ἐθέλω, ἐπιθυμέω)

  8. γίγνομαι – to become, be born (ἐγγίγνομαι, φύομαι)

  9. γράφω – to write, indict (ἀναγράφω, ἐγγράφω)

  10. δέομαι – to need, beg (ἀξιόω, ἐνδέομαι)

  11. δικεῖ μοι – it seems to me (φαίνεται, δοκεῖ)

  12. δοκέω – to seem, think (ὑπολαμβάνω, οἴομαι)

  13. δυναμαι – to be able (ἔχω, ἱκανός εἰμι)

  14. ἐλέγχω – to refute, examine (δοκιμάζω, ἐξετάζω)

  15. ἐπιμελέομαι – to take care of (κομιζω, θεραπεύω)

  16. ἔχω – to have, hold (κατέχω, κράζω)

  17. ζητέω – to seek, inquire (ἀναζητέω, ἐρευνάω)

  18. ἡγέομαι – to lead, think (ἄρχω, οἴομαι)

  19. ἵστημι – to set, stand (παρίστημι, ἀνασταίνω)

  20. κατηγορέω – to accuse (ἐγκαλέω, ἐπιτιμάω)

  21. κρίνω – to judge, decide (διαγιγνώσκω, ἀποφαίνω)

  22. λαμβάνω – to take, receive (δέχομαι, ἀναλαμβάνω)

  23. λέγω – to say, speak (φημί, ὁμιλέω)

  24. μένω – to remain, wait (ἐμμένω, διαμένω)

  25. νομίζω – to think, believe (δοκέω, ὑπολαμβάνω)

  26. οἶδα – to know (γιγνώσκω, ἐπίσταμαι)

  27. παραβαίνω – to transgress, violate (παρανομέω, παραλύω)

  28. παρασκευάζω – to prepare (ἑτοιμάζω, διατίθεμαι)

  29. πάσχω – to suffer, experience (ὑπομένω, δοκιμάζω)

  30. πειράομαι – to try, attempt (πειθώ, δοκιμάζω)

  31. πιστεύω – to trust, believe (ἡγοῦμαι, βέβαιος εἰμί)

  32. ποιέω – to do, make (πράττω, δημιουργέω)

  33. πράττω – to act, accomplish (ποιέω, ἐργάζομαι)

  34. συμφέρω – to be beneficial (χρησιμεύω, ἀρέσκω)

  35. τάττω – to arrange, order (διατάττω, καθιστάω)

  36. τίθημι – to place, establish (καθιστάω, κατασκευάζω)

  37. τυγχάνω – to happen, obtain (ἐπιτυγχάνω, λαμβάνω)

  38. ὑπολαμβάνω – to suppose, assume (δοκέω, νομίζω)

  39. φανερός εἰμι – to be clear (σαφής εἰμί, δῆλος εἰμί)

  40. φρονέω – to think, be wise (νοέω, φροντίζω)


Nouns

  1. ἀλήθεια – truth (εἰλικρίνεια, ἡμερότης)

  2. ἀνδρεία – courage (θάρσος, τόλμα)

  3. ἀρχή – beginning, rule (καταρχή, ἐξουσία)

  4. ἀρετή – virtue (χρηστότης, ἀγαθότης)

  5. γνώμη – opinion, judgment (δόξα, κρίσις)

  6. δίκη – justice, lawsuit (θεσμός, δικαιοσύνη)

  7. δύναμις – power, ability (ἰσχύς, ἡγεμονία)

  8. ἔργον – deed, work (πρᾶγμα, τέχνη)

  9. ἡδονή – pleasure (τέρψις, εὐφροσύνη)

  10. θεός – god (δαίμων, θεῖον)

  11. κατηγορία – accusation (μομφή, ἐγκατάστασις)

  12. κίνδυνος – danger (πεῖρα, ἀπειλή)

  13. κρίσις – judgment, decision (γνώμη, δίκη)

  14. λόγος – speech, reason (ῥῆσις, διάλεξις)

  15. μάρτυς – witness (τεκμήριον, ἐπίμαρτυς)

  16. μέθοδος – method, pursuit (πορεία, τρόπος)

  17. μνήμη – memory (ἀνάμνησις, ὑπόμνησις)

  18. νόμος – law, custom (θεσμός, διατάξις)

  19. οἶκος – house, family (ἑστία, οἰκία)

  20. παράδειγμα – example (ὑπόδειγμα, τύπος)

  21. πάθος – suffering, emotion (πάθημα, ἔκπληξις)

  22. πίστις – faith, trust (ἐλπίς, βεβαιότης)

  23. πόλεμος – war (μάχη, ἀγών)

  24. πόλις – city-state (ἄστυ, κοινόν)

  25. πρᾶγμα – thing, matter (ἔργον, λόγος)

  26. σοφία – wisdom (φρόνησις, σύνεσις)

  27. τέχνη – skill, art (ἐπιστήμη, γνῶσις)

  28. τύχη – fortune, chance (εἱμαρμένη, καιρός)

  29. ὑπόθεσις – hypothesis, proposal (πρόθεσις, ἔννοια)

  30. ψυχή – soul (ζωή, πνεῦμα)

Advanced Nouns in Attic Greek (Lysias & Plato Focus)

  1. ἀδίκημα – a wrongdoing, offense (παράπτωμα, ἁμάρτημα)

  2. ἀθυμία – despondency, lack of courage (ἀπορία, καχεξία)

  3. αἰτία – cause, accusation (πρόφασις, κατηγορία)

  4. ἀκολασία – intemperance, licentiousness (ἀσωτία, ἀναρχία)

  5. ἀξίωμα – reputation, dignity (εὐδοξία, τιμή)

  6. ἀπόδειξις – demonstration, proof (τεκμήριον, μαρτυρία)

  7. ἀπολογία – defense speech (λόγος ἀπολογίας, ἀντίρρησις)

  8. ἀρχή – office, rule (ἡγεμονία, ἐξουσία)

  9. ἀτυχία – misfortune (δυσπραξία, κακοτυχία)

  10. βλάβη – harm, damage (ζημία, λοιδορία)

  11. γνωμοδότης – judge, adviser (κριτής, συμβουλεύς)

  12. δόγμα – doctrine, decree (γνώμη, διάταγμα)

  13. δόλος – deceit, trickery (παραλογισμός, μηχανή)

  14. ἐγκράτεια – self-control, restraint (σωφροσύνη, ἀποχή)

  15. ἔθος – custom, habit (νόμος, συνήθεια)

  16. ἐπιβουλή – plot, conspiracy (μηχανή, δόλος)

  17. ἐπιμέλεια – care, diligence (φροντίς, προσοχή)

  18. ἐπιχείρημα – argument, attempt (λόγος, ἀπόδειξις)

  19. ζημία – penalty, fine (ποινή, βλάβη)

  20. κακοήθεια – malice, ill nature (πονηρία, μοχθηρία)

  21. κατάκριμα – condemnation, judgment (δίκη, καταδίκη)

  22. κέρδος – gain, profit (ὄφελος, πλεονέκτημα)

  23. κόλασις – punishment, correction (τιμωρία, δίκη)

  24. μαρτύριον – testimony, proof (τεκμήριον, μαρτυρία)

  25. μεταμέλεια – repentance, regret (μετάνοια, λύπη)

  26. μισθός – wage, reward (χρηματισμός, ἀμοιβή)

  27. νόθευσις – forgery, corruption (παραχάραξις, δόλος)

  28. ὀλιγαρχία – oligarchy, rule of the few (δυναστεία, πλουτοκρατία)

  29. πεῖρα – trial, attempt (δοκιμή, πειρασμός)

  30. συγγνώμη – forgiveness, pardon (ἄφεσις, συγχώρησις)