intermediate geek vocab
Verbs
ἀδικέω – to do wrong, injure (συκοφαντέω, βλάπτω)
αἱρέω – to take, choose (λαμβάνω, κρίνομαι)
ἀκούω – to hear, listen (ἐπακούω, ἐπαίω)
ἀποκρίνομαι – to answer (ὑποκρίνομαι, λέγω)
ἀποθνῄσκω – to die (θνῄσκω, τελευτάω)
ἀπολογέομαι – to defend oneself (ἀμύνομαι, δικαιολογέομαι)
βούλομαι – to wish, want (ἐθέλω, ἐπιθυμέω)
γίγνομαι – to become, be born (ἐγγίγνομαι, φύομαι)
γράφω – to write, indict (ἀναγράφω, ἐγγράφω)
δέομαι – to need, beg (ἀξιόω, ἐνδέομαι)
δικεῖ μοι – it seems to me (φαίνεται, δοκεῖ)
δοκέω – to seem, think (ὑπολαμβάνω, οἴομαι)
δυναμαι – to be able (ἔχω, ἱκανός εἰμι)
ἐλέγχω – to refute, examine (δοκιμάζω, ἐξετάζω)
ἐπιμελέομαι – to take care of (κομιζω, θεραπεύω)
ἔχω – to have, hold (κατέχω, κράζω)
ζητέω – to seek, inquire (ἀναζητέω, ἐρευνάω)
ἡγέομαι – to lead, think (ἄρχω, οἴομαι)
ἵστημι – to set, stand (παρίστημι, ἀνασταίνω)
κατηγορέω – to accuse (ἐγκαλέω, ἐπιτιμάω)
κρίνω – to judge, decide (διαγιγνώσκω, ἀποφαίνω)
λαμβάνω – to take, receive (δέχομαι, ἀναλαμβάνω)
λέγω – to say, speak (φημί, ὁμιλέω)
μένω – to remain, wait (ἐμμένω, διαμένω)
νομίζω – to think, believe (δοκέω, ὑπολαμβάνω)
οἶδα – to know (γιγνώσκω, ἐπίσταμαι)
παραβαίνω – to transgress, violate (παρανομέω, παραλύω)
παρασκευάζω – to prepare (ἑτοιμάζω, διατίθεμαι)
πάσχω – to suffer, experience (ὑπομένω, δοκιμάζω)
πειράομαι – to try, attempt (πειθώ, δοκιμάζω)
πιστεύω – to trust, believe (ἡγοῦμαι, βέβαιος εἰμί)
ποιέω – to do, make (πράττω, δημιουργέω)
πράττω – to act, accomplish (ποιέω, ἐργάζομαι)
συμφέρω – to be beneficial (χρησιμεύω, ἀρέσκω)
τάττω – to arrange, order (διατάττω, καθιστάω)
τίθημι – to place, establish (καθιστάω, κατασκευάζω)
τυγχάνω – to happen, obtain (ἐπιτυγχάνω, λαμβάνω)
ὑπολαμβάνω – to suppose, assume (δοκέω, νομίζω)
φανερός εἰμι – to be clear (σαφής εἰμί, δῆλος εἰμί)
φρονέω – to think, be wise (νοέω, φροντίζω)
Nouns
ἀλήθεια – truth (εἰλικρίνεια, ἡμερότης)
ἀνδρεία – courage (θάρσος, τόλμα)
ἀρχή – beginning, rule (καταρχή, ἐξουσία)
ἀρετή – virtue (χρηστότης, ἀγαθότης)
γνώμη – opinion, judgment (δόξα, κρίσις)
δίκη – justice, lawsuit (θεσμός, δικαιοσύνη)
δύναμις – power, ability (ἰσχύς, ἡγεμονία)
ἔργον – deed, work (πρᾶγμα, τέχνη)
ἡδονή – pleasure (τέρψις, εὐφροσύνη)
θεός – god (δαίμων, θεῖον)
κατηγορία – accusation (μομφή, ἐγκατάστασις)
κίνδυνος – danger (πεῖρα, ἀπειλή)
κρίσις – judgment, decision (γνώμη, δίκη)
λόγος – speech, reason (ῥῆσις, διάλεξις)
μάρτυς – witness (τεκμήριον, ἐπίμαρτυς)
μέθοδος – method, pursuit (πορεία, τρόπος)
μνήμη – memory (ἀνάμνησις, ὑπόμνησις)
νόμος – law, custom (θεσμός, διατάξις)
οἶκος – house, family (ἑστία, οἰκία)
παράδειγμα – example (ὑπόδειγμα, τύπος)
πάθος – suffering, emotion (πάθημα, ἔκπληξις)
πίστις – faith, trust (ἐλπίς, βεβαιότης)
πόλεμος – war (μάχη, ἀγών)
πόλις – city-state (ἄστυ, κοινόν)
πρᾶγμα – thing, matter (ἔργον, λόγος)
σοφία – wisdom (φρόνησις, σύνεσις)
τέχνη – skill, art (ἐπιστήμη, γνῶσις)
τύχη – fortune, chance (εἱμαρμένη, καιρός)
ὑπόθεσις – hypothesis, proposal (πρόθεσις, ἔννοια)
ψυχή – soul (ζωή, πνεῦμα)
Advanced Nouns in Attic Greek (Lysias & Plato Focus)
ἀδίκημα – a wrongdoing, offense (παράπτωμα, ἁμάρτημα)
ἀθυμία – despondency, lack of courage (ἀπορία, καχεξία)
αἰτία – cause, accusation (πρόφασις, κατηγορία)
ἀκολασία – intemperance, licentiousness (ἀσωτία, ἀναρχία)
ἀξίωμα – reputation, dignity (εὐδοξία, τιμή)
ἀπόδειξις – demonstration, proof (τεκμήριον, μαρτυρία)
ἀπολογία – defense speech (λόγος ἀπολογίας, ἀντίρρησις)
ἀρχή – office, rule (ἡγεμονία, ἐξουσία)
ἀτυχία – misfortune (δυσπραξία, κακοτυχία)
βλάβη – harm, damage (ζημία, λοιδορία)
γνωμοδότης – judge, adviser (κριτής, συμβουλεύς)
δόγμα – doctrine, decree (γνώμη, διάταγμα)
δόλος – deceit, trickery (παραλογισμός, μηχανή)
ἐγκράτεια – self-control, restraint (σωφροσύνη, ἀποχή)
ἔθος – custom, habit (νόμος, συνήθεια)
ἐπιβουλή – plot, conspiracy (μηχανή, δόλος)
ἐπιμέλεια – care, diligence (φροντίς, προσοχή)
ἐπιχείρημα – argument, attempt (λόγος, ἀπόδειξις)
ζημία – penalty, fine (ποινή, βλάβη)
κακοήθεια – malice, ill nature (πονηρία, μοχθηρία)
κατάκριμα – condemnation, judgment (δίκη, καταδίκη)
κέρδος – gain, profit (ὄφελος, πλεονέκτημα)
κόλασις – punishment, correction (τιμωρία, δίκη)
μαρτύριον – testimony, proof (τεκμήριον, μαρτυρία)
μεταμέλεια – repentance, regret (μετάνοια, λύπη)
μισθός – wage, reward (χρηματισμός, ἀμοιβή)
νόθευσις – forgery, corruption (παραχάραξις, δόλος)
ὀλιγαρχία – oligarchy, rule of the few (δυναστεία, πλουτοκρατία)
πεῖρα – trial, attempt (δοκιμή, πειρασμός)
συγγνώμη – forgiveness, pardon (ἄφεσις, συγχώρησις)